Μετεπαναστατικά Χρόνια


Μετά την επανάσταση των Ελλήνων και την απόκτηση της ελευθερίας, το Κομπότι παρέμεινε και πάλι σκλαβωμένο στους Τούρκους.
Οι μεγάλες δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία με το πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3/15ης Φεβρ. 1830, υπέγραψαν συνθήκη για την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Η συνθήκη αυτή αποτέλεσε, βέβαια, μεγάλο σταθμό της νεότερης Ελληνικής Ιστορίας.

Έδινε σάρκα και οστά στην πολιτική ύπαρξη του Ελληνισμού. Δημιουργήθηκε ανεξάρτητο Ελληνικό Κράτος. Ωστόσο, δημιουργήθηκε μια Ελλάδα κολοβωμένη. Ολόκληρες περιοχές κατοικούμενες από Έλληνες έμειναν έξω από τα όρια της ελεύθερης Χώρας, γεγονός που πλήγωσε το εθνικό συναίσθημα των Ελλήνων.

Η Ήπειρος και η Θεσσαλία, δύο αγνές εστίες του Ελληνισμού παρέμειναν και πάλι υπό τον Τούρκικο ζυγό. Προσφέρθηκαν από τις Μεγάλες Δυνάμεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ως δώρο κατευνασμού. Κατά συνέπεια και το Κομπότι, έμεινε "έξω του Νυμφώνος", έξω από τα όρια της πρώτης ανεξάρτητης Ελλάδας, όπως αυτά οριστικοποιήθηκαν πλέον αργότερα με την συνθήκη της Κωνσταντινούπολης της 9/21 Ιουλίου 1832. Δεν ευτύχησε να γίνει ελεύθερο. Παρότι έδωσε όλη του τη ψυχή στον αγώνα για την απελευθέρωση του Γένους, το ίδιο έμεινε σκλαβωμένο.

1. Κούλια Θέσης "Αγρίλλος

1. Κούλια Θέσης "Αγρίλλος

Έκτοτε αποτέλεσε το σύνορο Ελλάδας και Τουρκίας. Σε μικρή απόσταση από τις ανατολικές παρυφές του περνούσε η συνοριακή γραμμή των δύο κρατών. Η τοποθεσία σε "Άννινος" ήταν το χαρακτηριστικό κοινό σημείο των συνόρων. Η μεθοριακή αυτή γραμμή είχε την εξής νοητή της κατεύθυνση: Κόπραινα - Άννινος - Πλατύ - Διπόταμος - Δημαριό - Σκουληκαριά - Γέφυρα Κοράκου ..... μέχρι Παγασητικό Κόλπο. Κατά μήκος των συνόρων οι Τούρκοι έκτισαν ισχυρά κτίρια, τις "Κούλιες", κυκλικού σχήματος, με πολεμίστρες, με θέσεις πυροβόλων, με πηγάδι ύδρευσης και γύρω με τάφρο.

Διέμειναν στις Κούλιες είκοσι (20) μέχρι εξήντα (60) άνδρες. Ήταν τα φυλάκια των Τούρκων.

2. Κούλια στη θέση "Πλατύ"

2. Κούλια στη θέση "Πλατύ"

3. Κούλια θέσης "Γιανσάρσας"
Γνωστές μας ήταν οι Κούλιες στην Αλυκή, στον Άγριλλο (σώζεται μισοκατεστραμμένη από ανθρώπινα χέρια), στις Λειβάδες, στον Άννινο, στη Γιανσάρσα (σώζεται σε άριστη κατάσταση), στα Αμπέλια και στο Πλατύ (σώζεται).

Στην ψηλότερη δε κορυφή της λοφοσειράς του Αϊ-Λιά είχαν κατασκευάσει και αμυντικά πυροβολεία, γνωστά με το όνομα "ντάπια" (οχύρωμα).

Από τα συνοριακά Ελληνικά φυλάκια ξεχώριζαν: Το μικρό κάστρο, η "Καζέρμα", κοντά στο Κομποτάκι, την σημερινή Καζάρμα και το φυλάκιο στη γέφυρα Αννίνου, όπου διέμεινε Ελληνικός Λόχος, απέναντι από τη σταυρωτή Κούλια των Τούρκων.

Το Κομπότι όλα τα χρόνια, που εξακολουθούσε να βρίσκεται κάτω από την Τουρκική κυριαρχία, περνούσε ζωή μαρτυρική. Ήταν το "πέρασμα" ανταρτικών ομάδων και οι συγκρούσεις με τους Τούρκους προξενούσαν δεινά, για το ίδιο, επακόλουθα. Δοκίμασε παρά πολλά πλήγματα. Το οδυνηρότερο ήταν η καταστροφή του από τους Τούρκους στις 31 Γενάρη 1854 μετά τη μάχη στο "Θεοτοκιό" του Πέτα. Η καταστροφή του αυτή ήταν αποτέλεσμα εκδίκησης των Τούρκων για τη συμβολή των Κομποταίων στη διευκόλυνση του ξεσηκωμού της Ηπείρου (Επανάσταση Ραδοβυζίων) κατά τον πόλεμο της Κριμαίας.

Αξίζει, να μνημονευτούν η δοξολογία, τα πολεμικά συμβούλια, τα ιστορικά γεγονότα, που έλαβαν χώρα στο Κομπότι καθώς και η καταστροφή του Χωριού κατά την επανάσταση του 1854, όπως τα περιγράφει στο βιβλίο του ο Δ. Καρατζένης "Η επανάστασις της Άρτας (1854)".

Στρατηγός Ιωάννης Ράγγος

"...Κατά το τέλος του δευτέρου δεκαημέρου του Ιανουαρίου 1854 και μετά την κατάληψιν υπό των επαναστατών των χωρίων Κομπότι και Πέτα, απηλευθερώθη όλη η ορεινή ύπαιθρος το Άνω και Κάτω Ραδοβύζι ως και τα Τζουμέρκα της Επαρχίας Άρτης".

"...Την επομένην 24 Ιανουαρίου 1854 ημέραν Κυριακήν, ετελέσθη εις τον Ιερόν Ναό του Κομποτίου δοξολογία εις την οποίαν ιερούργησεν ο ιερεύς Νικόλαος Ασπρογέρακας, ομιλήσας συνάμα προς το εκκλησίασμα δια την σημασίαν του αναληφθέντος αγώνος. Ακολούθως, ο Σ. Καραϊσκάκης μετά της ακολουθίας του ανεχώρησε δια το Πέτα, όπου, φθάσας την ιδίαν ημέραν, εγκατέστησε εκεί το Αρχηγείον του αγώνος".

"... Φθάσας εις Κομπότι, την 6ην Φεβρουαρίου 1854 ο γηραιός Στρατηγός Ι. Ράγγος απέστειλε τους προκρίτους του χωρίου τούτου τον Νικόλαον Βρακοτσώλην και Α. Σαπρίκην εις Άρταν ίνα κατ΄εντολή του, πείσωσι τους Οθωμανούς, να παραδοθώσι και διαβιβάσωσι συνάμα την έντιμον βεβαίωσίν του, ότι και αυτοί μετά των άλλων χριστιανών θα ζήσωσι εν ασφαλεία και ελευθερία".

"...Οι υποσημειούμενοι οπλαρχηγοί της κατά την Ήπειρον στρατιωτικής δυνάμεως συνελθόντες σήμερον την 7ην Φεβρουαρίου 1854 εν τω χωρίω Κομπότι της Άρτης και συσκευθέντες περί της εκλογής και του διορισμού κατά την Ήπειρον αρχηγού, ομοφώνως εξελέξαμεν τοιούτον τον στρατηγόν Κύριον Θεόδωρον Γρίβαν προς ον παρέχοντες το αρχηγείον των στρατιωτικών δυνάμεων της Ηπείρου υποσχόμεθα ειλικρίνειαν και αφοσίωσιν εις αυτόν εκτελούντες κατά γράμμα τας παραγγελίας του.

Άπαντες παρακαλούμεν συγχρόνως τούτον αναλαμβανόντα την αρχηγίαν ταύτην να σπεύση με έντονα και δραστήρια μέτρα προς τον σκοπόν της απελευθερώσεως της δούλης ημών Πατρίδος.

-Νικολάκης Λάμπρος, Νικ. Ζήκου Θύμιος, Ηλιάς Χορμόβας, Δ. Γρίβας, Φώτιος Κοντονίκας, Α. Βήτος, Ν. Ζέρβας, Σωτ. Στράτος, Νικόλαος Κάσκαρης, Δ. Τσόγκας, Γεώργιος Τσάμης, Αναγνώστης Οικονόμου ταγματάρχης, Γ. Νταλιάνης".

Στρατηγός Θεόδωρος Γρίβας

"...Ο κύριος όγκος των Τούρκων στρατιωτών, δυνάμεως 600 περίπου ανδρών, συμφώνως πρός σχετικήν έκθεσιν του Διοικητού του 9ου Τάγματος Οροφυλάκων περιοχής Αννίνου Βάλτου, προχωρήσας προς την Ελληνικήν μεθόριον συνεπλάκη εις την περιοχήν Κομποτίου Κοπραίνης με τα μικρά εις Κομπότι σταθμεύοντα τμήματα του Γεωργίου Τσάμη, Ηλία Χορμόβα και Αναγνώστη Οικονόμου, κατά την πορείαν του δε ταύτην προέβη εις λεηλασίας χωρίων και εμπρησμών οικιών".

"...Την πρωϊαν της επομένης ημέρας 13ης Απριλίου, ημέραν Τρίτην, εξήλθεν της Άρτης δύναμις Τούρκων 6000 ανδρών, εν πανστρατιά, η οποία, μόλις επλησίασε τας θέσεις των επαναστατών, ενήργησε γενικήν κατ΄αυτών επίθεσιν βοηθουμένων υπό τριών πυροβόλων, τα οποία με χειριστάς Άγγλους και Γάλλους πυροβολητάς ήρχισαν να βάλουν ταυτοχρόνως κατά των Ελλήνων. Την όλην επιχείρησιν των Τούρκων επόπτευε από πρωίας εξ΄ Άρτης ο εν Πρεβέζη Άγγλος Πρόξενος Σίντεϋ Σώνδερ".

"...Οι Τούρκοι μετά την κατάληψιν του Πέτα επροχώρησαν προς το Κομπότι, καθ΄όδόν δε, διελθόντες από το χωρίον Νεοχωράκι, επυρπόλησαν και αυτό. Την 15ην Απριλίου 1854 φθάσαντες εις Κομπότι συνήψαν μάχην μετά 50 έως 60 ανδρών, που ήσαν ακόμη εκεί υπό τούς Δημ. Βαρνακιώτην και Θεμελήν. Μετά μακράν αντίστασιν, που εύρον εκεί, από το ανωτέρω τμήμα, εκυρίευσαν το χωρίον το οποίον αμέσως παρέδωσαν εις τας φλόγας...".

Από το 1854 και μετέπειτα οι Κομποταίοι υπέφεραν τα πάνδεινα. Συγκεκριμένα το 1866 συνέβηκε το παρακάτω θλιβερό γεγονός.

1. Ο χαμός των Κομποτιανών

"Όπως είναι γνωστό, οι Τουρκαλβανοί, άτακτα τμήματα, που χρησιμοποιούνταν από την Τουρκική Διοίκηση για την επιβολή της τάξεως στην ύπαιθρο, δεν δίσταζαν, όταν τους δίνονταν η ευκαιρία, να προβαίνουν σε βαναυσότητες και λεηλασίες σε βάρος των δυστυχών υποδούλων. Μια τέτοια λοιπόν, ευκαιρία θεώρησαν οι Τουρκαλβανοί τη συγκέντρωση των κατοίκων του χωρίου Κομποτίου της Άρτας ανήμερα του Πάσχα, 28 Μαρτίου 1866.

Ήταν η ώρα 5η απογευματινή της Κυριακής του Πάσχα, όταν οι χριστιανοί του Κομποτίου της Άρτας, μετά την ακολουθία της Αγάπης, σύμφωνα με πανελλήνια τότε συνήθεια, συγκεντρώθηκαν σε ανοικτό χώρο, κοντά στο ναό τους, για να ανταλλάξουν ευχές, να χαρούν και να ξεχάσουν λίγο τα βάσανά τους. Οι Τουρκαλβανοί όμως, που έδρευαν στο κοντινό φυλάκιο του Πλατέος, με επί κεφαλής το Σουλεημάν Αγά, μόλις αντιλήφτηκαν τη σύναξη των χριστιανών, δεν έχασαν την ευκαιρία για επίδειξη των πρωτόγονων ενστίκτων τους. Όρμησαν εξαγριωμένοι κατά των συγκεντρωμένων χριστιανών του Κομποτίου και άλλους έδειραν, άλλους τραυμάτισαν βαριά, άλλους λήστευσαν και γενικά όλους τους προσέβαλαν βλασθημώντας τη Χριστιανική πίστη και το τίμιο Σύμβολο του Σταυρού.

Οι δυστυχείς κάτοικοι, καταγανακτισμένοι, άρχισαν να τρέχουν άλλοι προς τη μια και άλλοι προς την άλλη κατεύθυνση. Πολλοί όμως από τους κακοποιηθέντες, μαζί με τους προκρίτους και τους ιερείς τους, περίπου σαράντα άτομα, προσπάθησαν να κετευθυνθούν προς τα Γιάννενα, προκειμένου να παραπονεθούν προς τον εκεί Τούρκο Διοικητή ή, έστω, προς κάποιο υπεύθυνο. Καθώς όμως, τραβούσαν προς τα Γιάννενα, τούς πρόφθασε ένα τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα με αρχηγό ένα Γιούσμπαση (λοχαγό), που εξόρμησε από το παρακείμενο φυλάκιο Αννίνου, και , αφού τους περικύκλωσαν, τους επιτέθηκαν άγρια και τους διέλυσαν κτυπώντας τους με τους υποκόπανους των όπλων τους και λογχίζοντάς τους. Οι δυστυχείς εκείνοι, προκειμένου να σωθούν, έτρεξαν άλλοι προς τα βουνά και άλλοι, περίπου 15, προς το πλησιέστερο Ελληνικό φυλάκιο Αννίνου, επικαλούμενοι το όνομα του Βασιλιά Γεωργίου. Από αυτούς που έφθασαν στο Ελληνικό φυλάκιο, οι 8 ήταν βαριά τραυματισμένοι, ο ιερέας ετοιμοθάνατος και οι υπόλοιποι ελαφρότερα. Μερικοί χάθηκαν.

Ένας από αυτούς που βασανίστηκαν, ο Γ. Πετσιμέρης, εξέθεσε τα γεγονότα, όπως έγιναν, με ένορκη κατάθεση στον αποσπασματάρχη του 8ου τάγματος Δ. Μπίνα.

Καταγανακτισμένος και ο Έπαρχος Βάλτου διαμαρτυρήθηκε στον εκεί Τούρκο πράκτορα. Η αγανάκτηση όχι μόνον των παθόντων, αλλά και όλων των υποδούλων έφθασε στο έπαρκο".

2. Άλλο ντοκουμέντο (για το χαμό)

"Πληροφορούμεθα, ότι εις Κομπότι την δευτέραν του Πάσχα πλείσται χριστιανικαί οικογένειαι εξήλθον όπως διασκεδάσωσιν εις τι παρακείμενον μέρος αλλά, την ευθυμίαν ταύτην στρατιωτικόν τουρκικόν απόσπασμα απειπειράθη να παρενοχλήσει βαναύσως και απρεπώς. Τούτο ιδόντες οι χριστιανοί επετέθησαν κατά των παρενοχλούντων δια πετρών και ξύλων αλλ΄ούτοι ανεφέρθησαν εις τον διοικητήν εκθέσαντες ψευδώς τα διατρέξαντα. Ούτος πιστεύσας εις τους λόγους των, αυθωρεί συνέλαβε τους προκρίτους του χωρίου και έκλεισε αυτούς εντός της μάνδρας του, όπου υπέστησαν πλείστας κακώσεις. Τας φωνάς των βασανιζομένων ακούσαν τι εκεί που πλησίον ευρεθέν ελληνικόν απόσπασμα, έδραμεν εις τον τόπον εκείνον και ηλευθέρωσε τους κακοχουμένους χριστιανούς. Είκοσι εξ΄αυτών οικογενειάρχαι ανεχώρησαν δια παντός εκ του τόπου της γεννήσεώς των και μετωκίσθησαν εις Καρβασαράν (Αμφιλοχία).

Αν και το περιστατικό που δημοσιεύεται ήταν συνηθισμένο για τις τουρκοκρατούμενες περιοχές, επειδή τα Επτάνησα μόλις πριν δύο χρόνια (1864) είχαν ενωθεί με την Ελλάδα (μέχρι τότε ήταν κάτω απ΄την Αγγλική κυριαρχία), θα αντιμετωπίζονταν με ευαισθησία θέματα σχετικά με τον αλύτρωτο ελληνισμό.

Δεν αναφέρεται ποιάς περιοχής είναι το Κομπότι, πράγμα το οποίο μαρτυρεί πως θα ήταν γνωστό το νησί. Ήταν γνωστό λόγω της Ιστορίας του; Μήπως λόγω των εμπορικών συναλλαγών; Υπήρχε από τότε η επικοινωνία της Κεφαλονιάς με την Άρτα; (Λιμάνι Κόπραινας).

Πηγή: Ελευθερίας Ι. Μποτέτσιου, Εφημερίδα ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ έτος Θ΄ περίοδος β΄. Κεφαλληνία 23 Απριλίου 1866 . Αριθ. 232.

Άννινος. 21 Σεπτεμβρίου 1881

Στις 24 Μαΐου 1881 οι Μεγάλες Δυνάμεις "Θεού Ευδοκία" (Αγγλία, Ιταλία, Γαλλία, Αυστρία, Πρωσία και Ρωσία) με τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης παραχώρησαν στην ελεύθερη Ελλάδα τις περιοχές της Θεσσαλίας και της Άρτας.

Καθορίσθηκαν τα σύνορα της Ελλάδας-Τουρκίας και κατά τον Ιούνιο 1881, Ελληνικά στρατεύματα έφθασαν στον Άννινο.

Στις 23 Ιουνίου 1881 και συγκεκριμένα την 5η απογευματινή, κατέφθασαν και στο χωριό μας.

Οι Κομποταίοι τα υποδέχθηκαν με κωδωνοκρουσίες και αλαλαγμούς ενθουσιασμού. Μαζί με τους Έλληνες στρατιώτες πανηγύρισαν την απελευθέρωση τους με ολονύκτιο γλέντι στην πλατεία του χωριού.

Την επομένη 24 Ιουνίου, όλο το χωριό, κάτω στον Αϊ-Νικόλα, υποδέχθηκε τον ελευθερωτή στρατό, που διάβαινε περήφανος για την Άρτα. Το Κομπότι γίνεται πια ελεύθερο. Ανείπωτη ήταν η χαρά και η ευτυχία των Κομποταίων!

Βιβλιογραφία

  • 1. Κόκκινου Α.Δ.: Η Ελληνική Επανάσταση, τ. 6ος
  • 2. Παπαρηγοπούλου Κ.: Επίτομος Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, εκδ. 1955
  • 3. Λάμπρου Τατσιόπουλου: Το Κομπότι Άρτης, εκδ. 1971
  • 4. Χαρίλαου Χαβέλα: Το Κομπότι, εκδ. 1982
  • 5. Ξενόπουλος Σεραφείμ: Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης, εκδ. 1986