Επίλογος


Τρεις Έλληνες -άσημοι κατά τους ιστορικούς-, που συναντήθηκαν το θέρος τού 1814 στην Οδησσό, είχαν την έμπνευση να αποφασίσουν και να επιχειρήσουν τη σύσταση Εταιρείας μυστικής και «να εισάξωσιν εις αυτήν όλους τους εκλεκτούς και ανδρείους των ομογενών, διά να ενεργήσωσι μόνοι των, ό,τι ματαίως και προ πολλού χρόνου ήλπιζον από την φιλανθρωπίαν των χριστιανών Βασιλέων».

Η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1814 και συμβολικά ορίστηκε η 14η Σεπτεμβρίου, επέτειος της Υψώσεως τού Τιμίου Σταυρού, ως ημέρα ιδρύσεώς της. Αναπτύχθηκε με βραδύ ρυθμό αρχικά και με ταχύτητα από το 1818 και ύστερα.

Οι τρεις ιδρυτές της ήταν o Νικόλαος Σκουφάς από το Κομπότι τής Άρτας, ο Εμμανουήλ Ξάνθος από την Πάτμο και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ από τα Ιωάννινα, εμπορευόμενοι και οι τρεις. Ποιος από τους τρεις είχε πρώτος την ιδέα δεν είναι γνωστό ούτε εξακριβώνεται. Ο Ξάνθος, ο μόνος που άφησε απομνημονεύματα, δηλώνει ότι αυτός είναι εκείνος που παρακίνησε τον Σκουφά, αλλά είναι επίσης βέβαιο ότι «ο Σκουφάς πρώτος διέγραψε επί χάρτου σχέδιο περί Εταιρείας» όπως ο ίδιος ο Ξάνθος δηλώνει. Το πιθανότερο είναι ότι το καλοκαίρι τού 1814 στην Οδησσό οι τρεις φίλοι περιορίστηκαν σε σκέψεις, συνεισφέροντας ο καθένας με τον τρόπο του για τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Ο Ξάνθος είχε την προγενέστερη γνώση από τον Τεκτονισμό για την κατήχηση και τους βαθμούς, ο Τσακάλωφ είχε πείρα από τον οργανισμό του Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου για τα συμβολικά γράμματα και τα δακτυλίδια αλλά ο Σκουφάς με το οργανωτικό τον πνεύμα και την ευρύτητα που τον διέκρινε ανέλαβε να διατυπώσει το πρώτο σχέδιο τής Φιλικής Εταιρείας. Τα όσα είχαν συμβεί με τον Ρήγα Βελεστινλή και τον Ενθύμιο Βλαχάβα παρακινούσαν τους αρχηγούς να τηρήσουν τη μυστικότητα τής Αρχής. Ακόμα διαμόρφωσαν τη στερεά αντίληψη ότι για την επιτυχία τού σκοπού έπρεπε να βασιστούν στις εθνικές δυνάμεις, γι’ αυτό δεν μυήθηκαν ποτέ ξένοι αλλά μόνο Έλληνες.

Η Φιλική Εταιρεία παρουσιαζόταν ως ναός στον οποίο με Θρησκευτική κατάνυξη γινόταν εισδοχή νέων μελών «για την Πίστη και την Πατρίδα». Η δύναμη τής Εταιρείας βασιζόταν στη μυστικότητα τής Αρχής, που με τη φαντασία αποχτούσε ακόμα μεγαλύτερο κύρος. Υπήρχε τυφλή υπακοή, εχεμύθεια και επιβολή τής αόρατης Αρχής. Οι φιλικοί αναφέρονταν σε κάποια «Αόρατη Αρχή» της οποίας τη συγκρότηση σκόπιμα απέφευγαν να κατονομάσουν κι άφηναν να εννοηθεί ότι ισχυρά πρόσωπα κατευθύνουν την Εταιρεία κι ότι κάποια μεγάλη δύναμη την προστατεύει. Καθιέρωσαν μυσταγωγική διαδικασία για τη μύηση νέων μελών που καλούνταν να ορκιστούν τυφλή αφοσίωση και απόλυτη εχεμύθεια.

Παραβίαση του όρκου επέσυρε το θάνατο, ενώ και η γενικότερη επικοινωνία των μελών της Εταιρείας ακολούθησε όλους τους κανόνες μυστικότητας (ψευδώνυμα, μυστικό κρυπτογραφικό αλφάβητο, συνθηματικές λέξεις αμοιβαίας αναγνώρισης κ.α.). Τα μέλη τής Φιλικής δεν συσκέπτονταν και δεν οργανώνονταν σε στοές όπως στον Τεκτονισμό. Αντίθετα ακολουθούσαν το σύστημα διαδόσεως τού Χριστιανισμού, με Αποστόλους που ορίζονταν από τη μυστική Αρχή για την κάθε περιοχή τού Ελληνισμού.

Η διάρθρωση τής Εταιρείας στηρίχθηκε στο παλαιό έθιμο τής αδελφοποίησης που δεν κινούσε υποψίες στην Οθωμανική Διοίκηση Αδελφοποίητοι (όσοι ήταν αγράμματοι) και Συστημένοι (εκείνοι που γνώριζαν γράμματα) αποτελούσαν τις δύο πρώτες βαθμίδες που μάθαιναν μόνο ότι υπάρχει μία Εταιρεία μυστική που φροντίζει «υπέρ τού καλού τού ‘Έθνους και αν ο Θεός το συγχωρήσει, την ελευθερία του». Κύριο όργανο διαδόσεως τής Φιλικής ήταν το μέλος που είχε τον βαθμό τού ιερέως. Η εισδοχή γινόταν ύστερα από προσεκτική επιλογή, γιατί μόνο αυτοί είχαν το δικαίωμα κατηχήσεως και από αυτούς ορίζονταν οι Απόστολοι. Υπήρχε ακόμα ο βαθμός τού Ποιμένος και τού Αρχιποιμένος για τα μέλη τής Αρχής.

Αργότερα, προστέθηκαν οι βαθμοί των Αφιερωμένων και των Αρχηγών των Αφιερωμένων, για τους οπλοφόρους και τους οπλαρχηγούς. Ύστερα από την κατήχησή του, ο νέος φιλικός, γονυπετής έδινε τον όρκο με το δεξί χέρι στο Ευαγγέλιο ενώ με το αριστερό κρατούσε ένα κερί. Ακολουθούσε η καθιέρωση και ο κατηχητής έδινε στον νέο αδελφό το «εφοδιαστικό» του. Ο σχεδόν απαίδευτος Σκουφάς έβλεπε γύρω τον ένα μεγάλο Εθνικό Επιτελείο, διεσπαρμένο όχι μόνο στην υπόδουλη χώρα, αλλά και στην Ευρώπη. Δεν υπήρχαν μόνο δάσκαλοι και λόγιοι αλλά και έμποροι και στόλος εμπορικός. Υπήρχε ανεπτυγμένο κοινοτικό σύστημα και ισχυρό ιερατείο και εκκλησία.

Υπήρχαν στρατιωτικοί και έμπειροι ναυτικοί, αλλά και διπλωμάτες ‘Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη και την Ευρώπη. Στη συμμετοχή όλων αυτών των δυνάμεων στήριζε ο Σκουφάς την ευόδωση των υψηλών στόχων τής απελευθέρωσης τού Γένους. Από το Πάσχα τού 1818, που ο Σκουφάς κατέβηκε από την Οδησσό στην Κωνσταντινούπολη και συναντήθηκε εκ νέου με τον Ξάνθο, αρχίζει ουσιαστικά η μεγάλη ανάπτυξη τής Φιλικής Εταιρείας. Ο Σκουφάς όμως αφού κατάρτισε τον κατάλογο των Δώδεκα Αποστόλων, τους οποίος προόριζε να κατηχήσουν ολόκληρο τον Ελληνισμό, απεβίωσε.

Μετά τον θάνατό του, με πρόταση τού Ξάνθου, έγινε εισδοχή στην Αρχή τού μεγαλεμπόρου τής Κωνσταντινουπόλεως Παναγιώτη Σέκερη, ο οποίος έκτοτε με τη σύνεση και την τόλμη αλλά και την αυταπάρνηση που τον διέκριναν κατέστη ο πραγματικός διάδοχος τού Σκουφά. Και θα παραμείνει έως το τέλος μόνος στο κέντρο τής οργάνωσης, στην Κωνσταντινούπολη, καλύπτοντας συγχρόνως τα έξοδα. Ο Σέκερης με ευχαρίστηση έβλεπε την εξάπλωση τής Εταιρείας, αλλά συγχρόνως με δέος παρατηρούσε τις μεγάλες απαιτήσεις από παντού. Στην απελπισία του κατέφυγε στον Πατριάρχη με τον οποίο γνωριζόταν από παλαιότερα χρόνια.

Ο Γρηγόριος σκέφθηκε μια ολόκληρη νύκτα και την επομένη μήνυσε στον Σέκερη να μην απελπίζεται γιατί «εφωτίσθη παρά Θεού». Συστήθηκε λοιπόν τότε με εγκύκλιο τού Γlατριάρχου το «Κιβώτιο τού Ελέους». Προβλεπόταν το 1/3 των εισφορών να διατίθεται για τους πτωχούς τής Κωνσταντινουπόλεως αδιακρίτως εθνότητας και τα 2/3 να φυλάττονται «διά την παρά Θεού ορισθείσαν ώραν». Η μεγάλη όμως εξάπλωση τής Εταιρείας και ο κίνδυνος αποκαλύψεως οδήγησε στην ανάγκη να αναζητηθεί Αρχηγός. Τον Σεπτέμβριο 1818 η μυστική Αρχή, και συγκεκριμένα όσοι από τους Αρχηγούς βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη, ο Ξάνθος, ο Τσακάλωφ, ο Αναγνωστόπουλος και ο Π. Σέκερης, έκριναν ότι οι συνθήκες είχαν ωριμάσει.

Συνυπέγραψαν το περίφημο «Υποχρεωτικόν», που φέρει ως επικεφαλίδα το «Αγαθή τύχη», το οποίο θα υπέγραφαν και οι λοιποί απόντες συναρχηγοί. Με αυτό το κείμενο που είναι και το πρώτο επίσημο έγγραφο τής Φιλικής Εταιρείας, καθοριζόταν ο σταθερός ρόλος τού Παν. Σέκερη στο Κέντρο, στην Κωνσταντινούπολη, και συγχρόνως ανέθεταν στον Ξάνθο «να υπάγει εις αντάμωσιν τού Κόμητος Ιωάννου, να του φανερώσει την Αρχήν και να του προσφέρει την Αρχηγίαν». Ο Ξάνθος αφού μετέβη πρώτα στο Πήλιο και συνάντησε τον Άνθιμο Γαζή από τον οποίο έλαβε συστατική επιστολή για τον Καποδίστρια, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και 19 Φεβρουαρίου 1819 αναχώρησε για την Πετρούπολη.

Κατά τον χρόνο όμως που ο Ξάνθος έφθασε στη Ρωσία, ο Καποδίστριας απουσίαζε και αναγκαστικά ανέμεινε επί έτος την επιστροφή του. Η πρώτη συνάντηση τού Ξάνθον με τον Καποδίστρια πραγματοποιήθηκε τις τελευταίες ημέρες τού Ιανουαρίου 1820 και όλοι περίμεναν με ανυπομονησία την δεύτερη και οριστική. Ο Ξάνθος σύμφωνα με την εντολή των συναρχηγών ενεχείρισε το γράμμα τού Γαζή στον Καποδίστρια, φανέρωσε όλο το σύστημα τής Εταιρείας, τους Αρχηγούς. τον πολλαπλασιασμό των μελών και την έκταση τής Εταιρείας και ότι «ζητούν αυτόν να διευθύνει ως Αρχηγός την κίνηση τού Έθνους».

Η καλή υποδοχή τού Ξάνθου από τον Καποδίστρια κατά την πρώτη συνάντηση είχε γεννήσει πολλές ελπίδες. Η άρνησή του όμως να δεχθεί την Αρχηγία τού κινήματος έφερε τον Ξάνθο σε δύσκολη Θέση. Εκεί όπου είχαν φθάσει τα πράγματα «δεν ήταν δυνατόν η υπόθεσις να μείνει ανενέργητος». Εστράφη λοιπόν ο Ξάνθος προς τον Αλέξ. Υψηλάντη, ο οποίος με ενθουσιασμό αποδέχτηκε την Αρχηγία. Ο Αλέξ. Υψηλάντης δεν συνυπέγραψε το «συμφωνητικό» τής 22ας Σεπτεμβρίου 1818, αλλά αποδέχτηκε την πρόταση τής Αρχής να αναλάβει την αρχηγία τής Εταιρείας. που επισφραγίστηκε με πρακτικό τής 12ης Απριλίου 1820 που υπέγραψαν ο Αλέξ. Υψηλάντης, ο Ιωάννης Μάνος και ο Εμμ. Ξάνθος

Για την προετοιμασία τού εγχειρήματος ενισχύθηκαν οι εφορίες και δόθηκαν οδηγίες για τη συλλογή χρημάτων. Συστήθηκε η Φιλογεννική Κάσσα στη Μόσχα και ελήφθη πρόνοια για τη σύσταση Κεντρικής Εθνικής Κάσσας στην Κωνσταντινούπολη. Ο Υψηλάντης από την Πετρούπολη διευθύνθηκε στη Μόσχα και στο Κίεβο και από εκεί στην Οδησσό, «την όλως Ελληνικήν», συνοδευόμενος από φιλικούς. Παράλληλα, ο Υψηλάντης ασχολήθηκε με την κατάρτιση τού «Σχεδίου Γενικού» για τον επικείμενο αγώνα. Στο Ισμαήλι, σε συνάντηση με τους κυριότερους φιλικούς, Περραιβό, Ξάνθο, Δίκαιο κ.ά., αποφασίστηκε η ταχεία έναρξη τής επανάστασης από τη Μάνη όπου Θα κατέβαινε ο Υψηλάντης μέσω Τεργέστης.

Συντάχτηκαν πι απαραίτητες προκηρύξεις (8 Οκτωβρίου 1820) προς τους Αρχιερείς και Προύχοντες τού Γένους και απεστάλησαν με Αποστόλους στη Ρούμελη, στον Μοριά και στα Νησιά.

Από το Ισμαήλι ο Υψηλάντης μετέβη στο Κισνόβι. Εκεί όμως, μετά λίγες ημέρες (24 Οκτωβρίου), απρόοπτα, μετέβαλα γνώμη αποφασίζοντας την έναρξη τής Επαναστάσεως από το lάσι. Οι λόγοι τής αλλαγής φαίνεται να ήταν ειδήσεις από την Κωνσταντινούπολη και την Ελλάδα αλλά και ειδήσεις από Βιέννη ότι δεν θα συγχωρούσαν διάβαση τού Υψηλάντη διά Τεργέστης. Η προσχώρηση στην Εταιρεία τού Ηγεμόνα τής Μολδαβίας Μιχ. Σούτσου επηρέασε αναμφισβήτητα τη νέα απόφαση.

Από τους Αποστόλους που κινήθηκαν για την Ελλάδα, ο Γρηγόριος Δικαίως πέρασε από την Κωνσταντινούπολη έλαβε συστατικά γράμματα από τον Πατριάρχη και τον τίτλο τού Έξαρχου για την Πελοπόννησο. πέρασε από τις Κυδωνιές, φρόντισε για πυρομαχικά στη Σμύρνη και έφθασε στην Ύδρα και την Πελοπόννησο. Η Συνέλευση των Προκρίτων και Αρχιερέων στη Βοστίτσα, στο τέλος Ιανουαρίου, είναι έργο δικό του. Ο Χριστόφορος Περραιβός μέσω Κωνσταντινουπόλεως και Ύδρας έφθασε στη Μάνη με υποσχέσεις στον Πετρόμπεη και από εκεί κίνησε για το Σούλι. Τις ίδιες μέρες έφθανε και ο Κολοκοτρώνης μυστικά στη Μάνη φιλοξενούμενος από τον Μουρτζίνο.

Ο Δημ. Θέμελης εφοδιάστηκε με συστατικά ατό τον Μεγ. Διερμηνέα τού Στόλου Νικ. Μουρούζη, γράμματα προς τους Προεστούς των Νήσων και γράμματα τού Γlατριάρχου Γρηγορίου προς τους Αρχιερείς των Νήσων. Συγχρόνως, ο Γεώργιος Αινιάν ξεκινούσε από την Κωνσταντινούπολη εφοδιασμένος με γράμματα τού Μεγάλου Διερμηνέα τής Πύλης Κωνστ. Μουρούζη για τους καπετάνιους και προεστούς τής Ρούμελης. Στη Μακεδονία κατευθύνθηκε ο Δημ. Ύπατρος, προς τη Σερβία ο Αριστείδης Παππάς και στα Μαδεμοχώρια τής Χαλκιδικής ο Εμμαν. Παππάς. Άλλοι κινήθηκαν στις Ηγεμονίες και ο Ξάνθος στο Ισμαήλι.

Η σύλληψη όμως και ο φόνος τού Δημ. Ύπατρου στη Νάουσα και του Αριστείδη Παππά που κατευθύνονταν στη Σερβία και ο κίνδυνος αποκαλύψεως τού εγχειρήματος επίσπευσαν την έξοδο του Αλ. Υψηλάντη, που διέβη τον Γlρούθο στις 22 Φεβρουαρίου συνοδευόμενος από τους αδελφούς του Νικόλαο και Γεώργιο, τον Γεώργιο Καντακουζηνό και άλλους και έφθασε στο Ιάσιο, όπου έγινε δεκτός με τιμές.

Το έργο τής Φιλικής Εταιρείας είχε ουσιαστικά τελειώσει. Αν και η γενναία πρωτοβουλία τού Αλ. Υψηλάντη δεν έφερε καρπούς στις Ηγεμονίες, στην Πελοπόννησο και την υπόλοιπη Ελλάδα, το πνεύμα τής Φιλικής Εταιρείας που διαδόθηκε στο Πανελλήνιο και σε όλες τις τάξεις, τον κλήρο, τους προκρίτους, τους εμπόρους, τους αρματολούς και τους ναυτικούς, τους λόγιους και τον απλό λαό, έγινε η κινητήρια δύναμη που ώθησε σύσσωμο το Έθνος στην Επανάσταση τού 1821 για την ελευθερία του.

Πηγές: Διεύθυνση Ιστορίας Γενικού Επιτελείου Στρατού, elesme.gr, enromiosini.gr, academia.edu, ediamme.edc.uoc.gr, tovima.gr, blacksea.ehw.gr, greek-language.gr